αδιακρισία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αδιακρισία οι αδιακρισίες
      γενική της αδιακρισίας των αδιακρισιών
    αιτιατική την αδιακρισία τις αδιακρισίες
     κλητική αδιακρισία αδιακρισίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιακρισία < ελληνιστική κοινή ἀδιακρισία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αδιακρισία θηλυκό

  1. η ιδιότητα του αδιάκριτου, η έλλειψη διακριτικότητας
    Το θεωρούσε πάντα αδιακρισία να μου βάζει ερωτήματα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. ενέργεια ή λόγος που παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή ενός άλλου ανθρώπου και δείχνει έλλειψη διακριτικότητας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]