αδιαπίστωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: αδιαπίστευτος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδιαπίστωτος αδιαπίστωτη αδιαπίστωτο
γενική αδιαπίστωτου αδιαπίστωτης αδιαπίστωτου
αιτιατική αδιαπίστωτο αδιαπίστωτη αδιαπίστωτο
κλητική αδιαπίστωτε αδιαπίστωτη αδιαπίστωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδιαπίστωτοι αδιαπίστωτες αδιαπίστωτα
γενική αδιαπίστωτων αδιαπίστωτων αδιαπίστωτων
αιτιατική αδιαπίστωτους αδιαπίστωτες αδιαπίστωτα
κλητική αδιαπίστωτοι αδιαπίστωτες αδιαπίστωτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιαπίστωτος < α- + διαπιστώνω + -τος < διά + αρχαία ελληνική πιστόω / πιστῶ < πιστός < πείθω < πρωτοελληνική *péitʰō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰéydʰeti < *bʰeydʰ- (πιστεύω, εμπιστεύομαι)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ði.a.ˈpi.stɔ.tɔs/ και /a.ðʝa.ˈpi.stɔ.tɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

αδιαπίστωτος, -η, -ο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]