αδιαφορώντας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιαφορώντας, μετοχή ενεστώτα του αδιαφορώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αδιαφορώντας

  1. με το να αδιαφορώ, καθώς δεν ενδιαφέρομαι
    Αδιαφορώντας για τις εκλογές, δέχεσαι αυτό που ενδιαφέρει τους άλλους
δείτε τη λέξη: ακροπατώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]