αδιαφόρετος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀδιαφόρητος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αδιαφόρετος αδιαφόρετη αδιαφόρετο
γενική αδιαφόρετου αδιαφόρετης αδιαφόρετου
αιτιατική αδιαφόρετο αδιαφόρετη αδιαφόρετο
κλητική αδιαφόρετε αδιαφόρετη αδιαφόρετο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδιαφόρετοι αδιαφόρετες αδιαφόρετα
γενική αδιαφόρετων αδιαφόρετων αδιαφόρετων
αιτιατική αδιαφόρετους αδιαφόρετες αδιαφόρετα
κλητική αδιαφόρετοι αδιαφόρετες αδιαφόρετα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιαφόρετος < μεσαιωνική ελληνική αδιαφόρετος < ελληνιστική κοινή ἀδιαφόρητος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιαφόρετος, -η, -ο

  1. που δεν αποφέρει κάτι σε κάποιον, που γίνεται χωρίς όφελος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανωφελής, ανώφελος, ασύμφορος, άχρηστος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: συμφερτικός
  2. που δεν αποφέρει τόκο
  3. αδιάφορος
  4. άχρηστος
  5. αξεδιάλυτος
  6. (ιδιωματικό) μακαρίτης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]