αδιερεύνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀδιερεύνητος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιερεύνητος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἀδιερεύνητος[1] ἀ- στερητικό + διερευνῶ (διερευνώ) διερευνη- + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ði.eˈɾev.ni.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐δι‐ε‐ρεύ‐νη‐τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αδιερεύνητος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και δείτε τις λέξεις διερευνώ και ερευνώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]