αδιόρθωτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιόρθωτος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αδιόρθωτος

  1. που δεν έχει ακόμα διορθωθεί
    ο δάσκαλος έχει αφήσει τα διαγωνίσματά μας αδιόρθωτα τόσο καιρό τώρα
  2. που έχει μια ιδιότητα που δεν εννοεί να την απαρνηθεί
    ο γιος μας είναι ένας αδιόρθωτος τεμπέλης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]