αδυνατίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδυνατίζω < μεσαιωνική ελληνική < αδύνατος + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αδυνατίζω

  1. (αμετάβατο) χάνω βάρος και γίνομαι πιο αδύνατος
  2. (αμετάβατο) γίνομαι λιγότερο ισχυρός, εξασθενώ
    η άμυνα σ' αυτό το σημείο του τείχους είχε αδυνατίσει
  3. (μεταβατικό) προκαλώ σε κάποιον απώλεια βάρους ή/και δυνάμεων
    τον αδυνάτισε η αρρώστια
    ο σκακιστής με μια λανθασμένη κίνηση αδυνάτισε την άμυνά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]