αδυνατώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδυνατώ < σύγχρονη μονοτονική γραφή του: ἀδυνατῶ < αρχαία ελληνική ἀδυνατῶ (ἀδυνατόω ή ἀδυνατέω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αδυνατώ

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. αδυνατώ αδυνατούσα θα αδυνατώ να αδυνατώ αδυνατώντας
β' ενικ. αδυνατείς αδυνατούσες θα αδυνατείς να αδυνατείς (αδυνάτει)
γ' ενικ. αδυνατεί αδυνατούσε θα αδυνατεί να αδυνατεί
α' πληθ. αδυνατούμε αδυνατούσαμε θα αδυνατούμε να αδυνατούμε
β' πληθ. αδυνατείτε αδυνατούσατε θα αδυνατείτε να αδυνατείτε αδυνατείτε
γ' πληθ. αδυνατούν(ε) αδυνατούσαν(ε) θα αδυνατούν(ε) να αδυνατούν(ε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]