αειπάρθενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αειπάρθενος αειπάρθενοι
γενική αειπαρθένου αειπαρθένων
αιτιατική αειπάρθενο αειπαρθένους
κλητική αειπάρθενε αειπάρθενοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αειπάρθενος < αεί + παρθένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αειπάρθενος θηλυκό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]