αειφανής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αειφανής αειφανής αειφανές
γενική αειφανούς αειφανούς αειφανούς
αιτιατική αειφανή αειφανή αειφανές
κλητική αειφανή(ς) αειφανής αειφανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αειφανείς αειφανείς αειφανή
γενική αειφανών αειφανών αειφανών
αιτιατική αειφανείς αειφανείς αειφανή
κλητική αειφανείς αειφανείς αειφανή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αειφανής < αεί + -φανής (< φαίνομαι)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αειφανής, -ής, -ές

  1. αυτός που είναι πάντοτε ορατός
  2. (αστρονομία): ουράνιο σώμα (αστέρας, ή αστερισμός) που είναι πάντα ορατός, κατά ημισφαίριο, στη διάρκεια της νύκτας
Η Μεγάλη Άρκτος ανήκει στους αειφανείς αστερισμούς.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]