αεραγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεραγωγός αεραγωγοί
γενική αεραγωγού αεραγωγών
αιτιατική αεραγωγό αεραγωγούς
κλητική αεραγωγέ αεραγωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αεραγωγός < αέρας + αγωγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αεραγωγός αρσενικό

  1. αγωγός αέρα, σωλήνας ή μεγαλύτερο σύστημα που επιτρέπει την κυκλοφορία και την ανανέωση του ατμοσφαιρικού αέρα


32πχ Μεταφράσεις[]