αερικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αερικό τα αερικά
      γενική του αερικού των αερικών
    αιτιατική το αερικό τα αερικά
     κλητική αερικό αερικά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερικό < μεσαιωνική ελληνική ἀερικό < ουδέτερο του επιθέτου αερικός ως ουσ.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αερικό ουδέτερο (& αγερικό)

  1. μεταφυσικό ον
    Συνώνυμα: ανεμικό, δαιμονικό, νεράιδα, ξωτικό, πνεύμα, στοιχειό, φάντασμα
    Σαν αερικό θα ζήσω (Θανάσης Παπακωνσταντίνου)
  2. (μεταφορικά) κάτι άπιαστο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αερικό