αεριοποιούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεριοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος αεριοποιώ

Ρήμα[επεξεργασία]

αεριοποιούμαι (στο τριτο πρόσωπο)

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]