αεριοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεριοποιώ < αέριο + -ο- + ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) gasify)

Ρήμα[επεξεργασία]

αεριοποιώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]