αεριοπροώθηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αεριοπροώθηση | οι | αεριοπροωθήσεις |
| γενική | της | αεριοπροώθησης* | των | αεριοπροωθήσεων |
| αιτιατική | την | αεριοπροώθηση | τις | αεριοπροωθήσεις |
| κλητική | αεριοπροώθηση | αεριοπροωθήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αεριοπροωθήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αεριοπροώθηση < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική jet propulsion. Μορφολογικά αναλύεται σε αέρι(ο) + προώθηση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αεριοπροώθηση θηλυκό
- (τεχνολογία, αεροπορικός όρος) ταυτόσημο με αεριώθηση
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- ἀεριοπροώθηση (πολυτονικό σύστημα, πριν από την ορθογραφική μεταρρύθμιση του 1982)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αεριοπροώθηση
Πηγές
[επεξεργασία]- αεριοπροώθηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)