αεριόμετρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεριόμετρο αεριόμετρα
γενική αεριομέτρου
& αεριόμετρου
αεριομέτρων
& αεριόμετρων
αιτιατική αεριόμετρο αεριόμετρα
κλητική αεριόμετρο αεριόμετρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεριόμετρο < αέριο + -ο- + μέτρο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική aerometer)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεριόμετρο ουδέτερο

  1. (χημεία) όργανο ή συσκευή με τα οποία μετράμε τη μάζα ή την πυκνότητα ενός αερίου
  2. (χημεία) (παρωχημένο) γκαζόμετρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]