Μετάβαση στο περιεχόμενο

αεροδυναμικότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αεροδυναμικότητα οι αεροδυναμικότητες
      γενική της αεροδυναμικότητας των αεροδυναμικοτήτων
    αιτιατική την αεροδυναμικότητα τις αεροδυναμικότητες
     κλητική αεροδυναμικότητα αεροδυναμικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αεροδυναμικότητα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική aérodynamisme

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αεροδυναμικότητα θηλυκό

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]