αεροθάλαμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροθάλαμος αεροθάλαμοι
γενική αεροθαλάμου αεροθαλάμων
αιτιατική αεροθάλαμο αεροθαλάμους
κλητική αεροθάλαμε αεροθάλαμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αεροθάλαμος < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική chambre à air

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αεροθάλαμος αρσενικό

  1. σφαιρικό ή κυλινδρικό αντικείμενο με περίβλημα από καουτσούκ που μπορεί να γεμίσει με αέρα· τοποθετείται στο εσωτερικό μιας μπάλας ή ενός τροχού και όταν είναι σωστά φουσκωμένος προσδίδει σ' αυτά τα αντικείμενα το τελικό τους σχήμα και τα καθιστά λειτουργικά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σαμπρέλα
  2. οποιοσδήποτε χώρος συσκευής ή άλλου αντικειμένου μπορεί να γεμίσει με αέρα
    το τάδε φάρμακο για το άσθμα χορηγείται με τη χρήση ενός κυλινδρικού αεροθαλάμου με μάσκα που προσαρμόζεται στο στόμα και τη μύτη
    Η νωπότητα του αυγού διαπιστώνεται από το μέγεθος του αεροθαλάμου του. Τα φρέσκα αυγά έχουν πολύ μικρό θάλαμο. (από τον επίσημο ιστοχώρο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Καταστημάτων Εστίασης & Διασκέδασης)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]