αεροναυπηγικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αεροναυπηγικός < αερο- + ναυπηγικός• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Επίθετο
[επεξεργασία]αεροναυπηγικός, -ή, -ό
- (αεροπορικός όρος) που σχετίζεται με την αεροναυπηγική
- → δείτε το θηλυκό ως ουσιαστικό αεροναυπηγική
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αεροναυπηγική
- → και δείτε τις λέξεις ναυπηγός και αέρο-
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αεροναυπηγικός
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αεροναυπηγικός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)