αεροπλανοφόρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αεροπλανοφόρο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀεροπλανοφόρ(ον) + -ο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική aircraft carrier). Μορφολογικά αναλύεται σε αεροπλάν(ο) + -ο- + -φόρο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.e.ɾo.pla.noˈfo.ɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ε‐ρο‐πλα‐νο‐φό‐ρο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αεροπλανοφόρο ουδέτερο
- (ναυτικός όρος, αεροπορικός όρος) ειδικό πολεμικό πλοίο που μεταφέρει αεροπλάνα και διαθέτει κατάλληλο κατάστρωμα για προσνήωση και απονήωση αεροσκαφών
- παλιότερη γραφή: ἀεροπλανοφόρο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αεροπλανοφόρο
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αεροπλανοφόρο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αεροπλανοφόρο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -φόρο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)