αεροστεγής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αεροστεγής αεροστεγής αεροστεγές
γενική αεροστεγούς αεροστεγούς αεροστεγούς
αιτιατική αεροστεγή αεροστεγή αεροστεγές
κλητική αεροστεγή(ς) αεροστεγής αεροστεγές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αεροστεγείς αεροστεγείς αεροστεγή
γενική αεροστεγών αεροστεγών αεροστεγών
αιτιατική αεροστεγείς αεροστεγείς αεροστεγή
κλητική αεροστεγείς αεροστεγείς αεροστεγή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροστεγής < αερο- (< αέρας) + -στεγής (< στέγω) ( (αγγλικά) airtight)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αεροστεγής, -ής, -ές

  • που δεν επιτρέπει στον εξωτερικό αέρα να μπει στο εσωτερικό, ούτε το αντίστροφο
    αεροστεγής συσκευασία

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]