αεροφάρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αεροφάρος οι αεροφάροι
      γενική του αεροφάρου των αεροφάρων
    αιτιατική τον αεροφάρο τους αεροφάρους
     κλητική αεροφάρε αεροφάροι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροφάρος < αέρας + φάρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɛ.ɾɔ.ˈska.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροφάρος αρσενικό

  1. (αεροπορικός όρος): φάρος που εξυπηρετεί την αεροπλοΐα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]