αεροϊατρική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροϊατρική -
γενική αεροϊατρικής -
αιτιατική αεροϊατρική -
κλητική αεροϊατρική -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αεροϊατρική, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του αεροϊατρικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αεροϊατρική θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: αεροϊατρός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]