αερο-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερο- < ο αήρ, γενική του αέρος

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

αερο- και αερό-

Σύνθετα[επεξεργασία]

αλλά και

αεροδικείο, αεροδίνη, αεροδίνητος, αεροδρομικός, αεροδρόμιο, αεροδυναμικός, αεροελεγκτής, αεροεπιβάτης, αεροπλάνο, αεροθάλαμος, αεροθεραπεία, αερόθερμο, αερολέσχη, αερολεωφορείο, αερόλιθος, αερολιμενάρχης, αερολιμένας, αερολιμενικός, αερολιμενικός, αερολογία, αερολόγος, αερόλουτρο, αερόλυμα, αερομαχία, αερομεταφορά, αερομεταφορέας, αερομοντελισμός, αερομπαλόνι, αεροναυμαχία, αεροναυπηγία, αεροναυπηγική, αεροναυπηγός, αεροναύτης, αεροναυτική, αεροναυτιλία, αεροπειρατεία, αεροπειρατής, αεροπειρατίνα, αεροπλοΐα, αερόπλοιο, αεροπορία, αεροπορικός, αεροπορικώς, αεροπόρος, αεροσκάφος, αερόσακος, αεροστατικός, αεροστεγής, αεροστεγώς, αεροστρόβιλος, αεροσυγκοινωνία, αεροσυνοδός, αεροφαγία, αεροφοβία, αεροφόρος, αερόφρενο, αεροφωτογραφία, αερώδης.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]