αερόθερμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αερόθερμο αερόθερμα
γενική αερόθερμου αερόθερμων
αιτιατική αερόθερμο αερόθερμα
κλητική αερόθερμο αερόθερμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερόθερμο Ελληνογενής ξένος όρος < aérotherme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αερόθερμο ουδέτερο

  1. συσκευή θέρμανσης που λειτουργεί προκαλώντας την κυκλοφορία ζεστού αέρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]