αερόθερμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αερόθερμος (μαρτυρείται από το 1884)[1] < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική aérotherme. Μορφολογικά αναλύεται σε αερό- + θερμός.
Επίθετο
[επεξεργασία]αερόθερμος, -η, -ο
- που λειτουργεί με θερμενόμενο αέρα
αερόθερμη ηλεκτρική κουζίνα, αερόθερμη σόμπα
- → δείτε το ουδέτερο ως ουσιαστικό αερόθερμο
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αερόθερμος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αερόθερμος, σελ.17, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)
Πηγές
[επεξεργασία]- αερόθερμος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αερό- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)