Μετάβαση στο περιεχόμενο

αερόθερμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αερόθερμος η αερόθερμη το αερόθερμο
      γενική του αερόθερμου της αερόθερμης του αερόθερμου
    αιτιατική τον αερόθερμο την αερόθερμη το αερόθερμο
     κλητική αερόθερμε αερόθερμη αερόθερμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αερόθερμοι οι αερόθερμες τα αερόθερμα
      γενική των αερόθερμων των αερόθερμων των αερόθερμων
    αιτιατική τους αερόθερμους τις αερόθερμες τα αερόθερμα
     κλητική αερόθερμοι αερόθερμες αερόθερμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αερόθερμος (μαρτυρείται από το 1884)[1] < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική aérotherme. Μορφολογικά αναλύεται σε αερό- + θερμός.

Επίθετο

[επεξεργασία]

αερόθερμος, -η, -ο

  1. που λειτουργεί με θερμενόμενο αέρα
    παράδειγμα  αερόθερμη ηλεκτρική κουζίνα, αερόθερμη σόμπα
  2.  δείτε το ουδέτερο ως ουσιαστικό  αερόθερμο

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αερόθερμος, σελ.17, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)