αερόφρενο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αερόφρενο αερόφρενα
γενική αερόφρενου αερόφρενων
αιτιατική αερόφρενο αερόφρενα
κλητική αερόφρενο αερόφρενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αερόφρενο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αερόφρενο ουδέτερο

  1. Το σύστημα πέδησης με πεπιεσμένο αέρα που χρησιμοποιήται σε όλα τα οχήματα , αυτοκίνητα, αεροπλάνα κτλ για να φρενάρουν.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]