αετέντς
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αετέντς < μεσαιωνική ελληνική αἠτός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αετέντς ουδέτερο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Ποντιακό Λεξικό, Pontosnews.gr, 12/02/2020