αετόπουλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αετόπουλο αετόπουλα
γενική αετόπουλου αετόπουλων
αιτιατική αετόπουλο αετόπουλα
κλητική αετόπουλο αετόπουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αετόπουλο < μεσαιωνική ελληνική ἀετόπουλον < ἀετός + -πουλον, ουδέτερο του -πουλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αετόπουλο ουδέτερο

  1. ο νεοσσός του αετού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]