αηδής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αηδής < α στερητικό + ἧδος (ἥδομαι)

Επίθετο[επεξεργασία]

αηδής


Μεταφράσεις[επεξεργασία]