αηδία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αηδία αηδίες
γενική αηδίας αηδιών
αιτιατική αηδία αηδίες
κλητική αηδία αηδίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αηδία < αρχαία ελληνική ἀηδία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αηδία θηλυκό

  1. αίσθημα αποστροφής για κάτι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αηδίες και ξεράσματα
  • καταντώ αηδία
  • μέχρι αηδίας: σε υπέρμετρο βαθμό, υπερβολικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]