αθάνατος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αθάνατος | η | αθάνατη | το | αθάνατο |
| γενική | του | αθάνατου | της | αθάνατης | του | αθάνατου |
| αιτιατική | τον | αθάνατο | την | αθάνατη | το | αθάνατο |
| κλητική | αθάνατε | αθάνατη | αθάνατο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αθάνατοι | οι | αθάνατες | τα | αθάνατα |
| γενική | των | αθάνατων | των | αθάνατων | των | αθάνατων |
| αιτιατική | τους | αθάνατους | τις | αθάνατες | τα | αθάνατα |
| κλητική | αθάνατοι | αθάνατες | αθάνατα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αθάνατος < αρχαία ελληνική ἀθάνατος < ἀ- στερητικό + θάνατος
Επίθετο
[επεξεργασία]αθάνατος, -η, -ο
- που δεν υπόκειται στη μοίρα του θανάτου
- ※ κι’ αν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά την πατρίδα μας, διά την θρησκεία μας, και πολεμούμεν όσο μπορούμεν αναντίον της τυραγνίας· κι’ ο Θεός βοηθός. Αυτός ο θάνατος είναι γλυκός, ότι κανένας δεν θα γένη αθάνατος· κι’ όταν ο Χάρος θαρθή να μας πάρη, όταν θέλη, άρρωστους και δυστυχείς, καλύτερα σήμερα να πεθάνωμεν» (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, 1829-1850)
- σχετικός με την αθανασία
το αθάνατο νερό χαρίζει την αθανασία
- αιώνιος, παντοτινός, άφθαρτος
- ※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.- Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), Το τραγούδι του τρυγητού)
Αυτοί οι κινητήρες είναι αθάνατοι. Θα έχει σαπίσει το σασί κι αυτός ακόμα θα δουλεύει.
- ※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αθάνατος αρσενικό