Μετάβαση στο περιεχόμενο

αθάνατος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αθάνατος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αθάνατος η αθάνατη το αθάνατο
      γενική του αθάνατου της αθάνατης του αθάνατου
    αιτιατική τον αθάνατο την αθάνατη το αθάνατο
     κλητική αθάνατε αθάνατη αθάνατο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αθάνατοι οι αθάνατες τα αθάνατα
      γενική των αθάνατων των αθάνατων των αθάνατων
    αιτιατική τους αθάνατους τις αθάνατες τα αθάνατα
     κλητική αθάνατοι αθάνατες αθάνατα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αθάνατος < αρχαία ελληνική ἀθάνατος < ἀ- στερητικό + θάνατος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αθάνατος, -η, -ο

  1. που δεν υπόκειται στη μοίρα του θανάτου
      κι’ αν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά την πατρίδα μας, διά την θρησκεία μας, και πολεμούμεν όσο μπορούμεν αναντίον της τυραγνίας· κι’ ο Θεός βοηθός. Αυτός ο θάνατος είναι γλυκός, ότι κανένας δεν θα γένη αθάνατος· κι’ όταν ο Χάρος θαρθή να μας πάρη, όταν θέλη, άρρωστους και δυστυχείς, καλύτερα σήμερα να πεθάνωμεν» (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, 1829-1850)
  2. σχετικός με την αθανασία
    παράδειγμα  το αθάνατο νερό χαρίζει την αθανασία
  3. αιώνιος, παντοτινός, άφθαρτος
      -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
    δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
    να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.
    Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), Το τραγούδι του τρυγητού)
    παράδειγμα  Αυτοί οι κινητήρες είναι αθάνατοι. Θα έχει σαπίσει το σασί κι αυτός ακόμα θα δουλεύει.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αθάνατος αρσενικό

  1. (στον πληθυντικό) οι θεοί
  2. (φυτό) το φυτό αγαύη