αθέατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθέατος < ελληνιστική κοινή ἀθέατος

Επίθετο[επεξεργασία]

αθέατος, -η, ο

  • που δεν μπορούμε να τον δούμε λόγω της θέσης του
η αθέατη πλευρά της Σελήνης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]