αθέλητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθέλητος < αρχαία ελληνική ἀθέλητος < α- + θέλω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αθέλητος, -η, -ο

  1. που έγινε από κάποιον χωρίς εκείνος να το θέλει
    να σταματήσουν στο εξής τον ηθελημένο ή αθέλητο αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από τα πραγματικά προβλήματα του ελληνικού λαού. (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-08-2000)
  2. (λογοτεχνία), (σπάνιο) ή (εσφαλμένα) ο απρόθυμος, η απρόθυμη

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

απρόθυμος, που δεν θέλει να κάνει κάτι[επεξεργασία]