αθήρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθήρ < αρχαία ελληνική ἀθήρ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αθήρ αρσενικό ((λόγιο) του αθέρας)

  1. το άγανο του σταχυού
  2. το ίδιο το στάχυ
  3. το άγανο του σταριού
  4. ο φλοιός του σταριού
  5. (μεταφορικά) το λεπτότερο και καλύτερο μέρος ενός πράγματος
  6. η αιχμή της λόγχης
  7. η κόψη του σπαθιού ή του μαχαιριού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]