αθεόφοβα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αθεόφοβα ουδέτερο

  1. αθεόφοβο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού