Μετάβαση στο περιεχόμενο

αθθός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀθθός, ἀθός, ανθός

Κυπριακά (el-cyp)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αθθός < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αθθός αρσενικό

  1. ο ανθός
      Ο έρωτας δενν έν αθθός μαζίν του για να παίξεις
    μον’ ένι βάτος μ’ αγκαθκιές τζι αλοίμονον αν μπλέξεις.
    Κ.Π. Χατζηιωάννου, Κυπριακά διαλεκτικά κείμενα, Αμμόχωστος 1961,   Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας τόμος Α', Υπουργείο Παιδείας Και Πολιτισμού, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων @archeia.moec.gov.cy.
    ΣτΕ: Ερωτικό δίστιχο, αντίστοιχο με τις κρητικές μαντινάδες και τα ερωτικά «εκατόλογα» ή «καταλόγια» των βυζαντινών ιπποτικών μυθιστορημάτων.
      Εσού ’σαι ’νας αθθός της λεμονιάς
    τζ’ εγιώνι τ’ ολοτζίτρινολ λεμόνι(ν)·
    εσού ’σαι παναΰριμ π’ αρκινά
    τζ’ εγιώνι παναΰριμ που τελειώννει.
    Κώστας Μόντης, απόσπασμα από το ποίημα Έθθα σου πω,   Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας τόμος Β', Υπουργείο Παιδείας Και Πολιτισμού, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων @www.pi.ac.cy.
  2. (μεταφορικά) ο καλύτερος
  3. (μεταφορικά) η νιότη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]