αθκιασερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθκιασερός < Κυπριακή προφορά του "αδειασερός", ο άδειος, που ως εκ τούτου έχει χώρο ή χρόνο για άλλα, ο εύκαιρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αθκιασερός αρσενικό

  1. (κυπριακή διάλεκτος) ο εύκαιρος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]