Μετάβαση στο περιεχόμενο

αθλήτρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αθλήτρια οι αθλήτριες
      γενική της αθλήτριας των αθλητριών
    αιτιατική την αθλήτρια τις αθλήτριες
     κλητική αθλήτρια αθλήτριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η αγγλίδα μαραθωνοδρόμος αθλήτρια Lucy Hassell

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αθλήτρια < αθλητής + -τρια

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈθli.tɾi.a/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αθλήτρια θηλυκό

  • αυτή που ασχολείται με ένα άθλημα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]