αθυρματοποιία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αθυρματοποιία αθυρματοποιίες
γενική αθυρματοποιίας αθυρματοποιιών
αιτιατική αθυρματοποιία αθυρματοποιίες
κλητική αθυρματοποιία αθυρματοποιίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθυρματοποιία < άθυρμα + -ο- + -ποιία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αθυρματοποιία θηλυκό

  1. η τέχνη της κατασκευής αθυρμάτων
  2. το εργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής αθυρμάτων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]