αθωώνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αθωώνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀθωώνω < ελληνιστική κοινή ἀθῳ(ῶ) -ώνω[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.θoˈo.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐θω‐ώ‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]αθωώνω, αόρ.: αθώωσα, παθ.φωνή: αθωώνομαι, μτχ.π.π.: αθωωμένος
- (νομικός όρος) κρίνω κάποιον αθώο σε δικαστήριο και τον απαλλάσσω από τις κατηγορίες που τον βαραίνουν
Το Εφετείο τον αθώωσε παμψηφεί.- → χρειάζεται παράθεμα
- (μεταφορικά)
Τους αθώωσαν μετά την μεγάλη νίκη.
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αθωώνω | αθώωνα | θα αθωώνω | να αθωώνω | αθωώνοντας | |
| β' ενικ. | αθωώνεις | αθώωνες | θα αθωώνεις | να αθωώνεις | αθώωνε | |
| γ' ενικ. | αθωώνει | αθώωνε | θα αθωώνει | να αθωώνει | ||
| α' πληθ. | αθωώνουμε | αθωώναμε | θα αθωώνουμε | να αθωώνουμε | ||
| β' πληθ. | αθωώνετε | αθωώνατε | θα αθωώνετε | να αθωώνετε | αθωώνετε | |
| γ' πληθ. | αθωώνουν(ε) | αθώωναν αθωώναν(ε) |
θα αθωώνουν(ε) | να αθωώνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αθώωσα | θα αθωώσω | να αθωώσω | αθωώσει | ||
| β' ενικ. | αθώωσες | θα αθωώσεις | να αθωώσεις | αθώωσε | ||
| γ' ενικ. | αθώωσε | θα αθωώσει | να αθωώσει | |||
| α' πληθ. | αθωώσαμε | θα αθωώσουμε | να αθωώσουμε | |||
| β' πληθ. | αθωώσατε | θα αθωώσετε | να αθωώσετε | αθωώστε | ||
| γ' πληθ. | αθώωσαν αθωώσαν(ε) |
θα αθωώσουν(ε) | να αθωώσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω αθωώσει | είχα αθωώσει | θα έχω αθωώσει | να έχω αθωώσει | ||
| β' ενικ. | έχεις αθωώσει | είχες αθωώσει | θα έχεις αθωώσει | να έχεις αθωώσει | ||
| γ' ενικ. | έχει αθωώσει | είχε αθωώσει | θα έχει αθωώσει | να έχει αθωώσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε αθωώσει | είχαμε αθωώσει | θα έχουμε αθωώσει | να έχουμε αθωώσει | ||
| β' πληθ. | έχετε αθωώσει | είχατε αθωώσει | θα έχετε αθωώσει | να έχετε αθωώσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν αθωώσει | είχαν αθωώσει | θα έχουν αθωώσει | να έχουν αθωώσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αθωώνομαι | αθωωνόμουν(α) | θα αθωώνομαι | να αθωώνομαι | ||
| β' ενικ. | αθωώνεσαι | αθωωνόσουν(α) | θα αθωώνεσαι | να αθωώνεσαι | (αθωώνου) | |
| γ' ενικ. | αθωώνεται | αθωωνόταν(ε) | θα αθωώνεται | να αθωώνεται | ||
| α' πληθ. | αθωωνόμαστε | αθωωνόμαστε αθωωνόμασταν |
θα αθωωνόμαστε | να αθωωνόμαστε | ||
| β' πληθ. | αθωώνεστε | αθωωνόσαστε αθωωνόσασταν |
θα αθωώνεστε | να αθωώνεστε | (αθωώνεστε) | |
| γ' πληθ. | αθωώνονται | αθωώνονταν αθωωνόντουσαν |
θα αθωώνονται | να αθωώνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αθωώθηκα | θα αθωωθώ | να αθωωθώ | αθωωθεί | ||
| β' ενικ. | αθωώθηκες | θα αθωωθείς | να αθωωθείς | αθωώσου | ||
| γ' ενικ. | αθωώθηκε | θα αθωωθεί | να αθωωθεί | |||
| α' πληθ. | αθωωθήκαμε | θα αθωωθούμε | να αθωωθούμε | |||
| β' πληθ. | αθωωθήκατε | θα αθωωθείτε | να αθωωθείτε | αθωωθείτε | ||
| γ' πληθ. | αθωώθηκαν αθωωθήκαν(ε) |
θα αθωωθούν(ε) | να αθωωθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αθωωθεί | είχα αθωωθεί | θα έχω αθωωθεί | να έχω αθωωθεί | αθωωμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αθωωθεί | είχες αθωωθεί | θα έχεις αθωωθεί | να έχεις αθωωθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αθωωθεί | είχε αθωωθεί | θα έχει αθωωθεί | να έχει αθωωθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αθωωθεί | είχαμε αθωωθεί | θα έχουμε αθωωθεί | να έχουμε αθωωθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αθωωθεί | είχατε αθωωθεί | θα έχετε αθωωθεί | να έχετε αθωωθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αθωωθεί | είχαν αθωωθεί | θα έχουν αθωωθεί | να έχουν αθωωθεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αθωώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αθωώνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ώνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ρήματα που κλίνονται όπως το «δηλώνω»
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)