Μετάβαση στο περιεχόμενο

αθωώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αθωώνω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀθωώνω < ελληνιστική κοινή ἀθῳ(ῶ) -ώνω[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.θoˈo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐θω‐ώ‐νω

αθωώνω, αόρ.: αθώωσα, παθ.φωνή: αθωώνομαι, μτχ.π.π.: αθωωμένος

  1. (νομικός όρος) κρίνω κάποιον αθώο σε δικαστήριο και τον απαλλάσσω από τις κατηγορίες που τον βαραίνουν
    παράδειγμα  Το Εφετείο τον αθώωσε παμψηφεί.
    → χρειάζεται παράθεμα
  2. (μεταφορικά)
    παράδειγμα  Τους αθώωσαν μετά την μεγάλη νίκη.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ αθωώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ↑ αθωώνω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)