αθώωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αθώωση αθωώσεις
γενική αθώωσης
& αθωώσεως
αθωώσεων
αιτιατική αθώωση αθωώσεις
κλητική αθώωση αθωώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθώωση < αθωώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αθώωση θηλυκό

  1. δικαστική απόφαση στην οποία αποφασίζεται ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος
  2. απαλλαγή από την ευθύνη για κάποιο σοβαρό λάθος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]