Μετάβαση στο περιεχόμενο

αιγίδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αιγίδα οι αιγίδες
      γενική της αιγίδας των αιγίδων
    αιτιατική την αιγίδα τις αιγίδες
     κλητική αιγίδα αιγίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αιγίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αἰγίς + -ίδα < αρχαία ελληνική αἰγίς[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈʝi.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αιγίδα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αιγίδα θηλυκό

  1. ασπίδα επικαλυμμένη με αιγόδερμα
     συνώνυμα: αίγασπις
  2. (μεταφορικά) προστασία, υποστήριξη
    παράδειγμα  Υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας.
     συνώνυμα: σκέπη

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αιγίδα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αιγίδα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)