αιγιαλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιγιαλός αιγιαλοί
γενική αιγιαλού αιγιαλών
αιτιατική αιγιαλό αιγιαλούς
κλητική αιγιαλέ αιγιαλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιγιαλός < αρχαία ελληνική αἰγιαλός < αἶξ (πληθυντικός: αἶγες = κύματα) + ἅλς (γενική:ἁλός, θάλασσα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιγιαλός αρσενικό

  1. η παραλιακή θαλάσσια ζώνη
  2. ο γιαλός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]