Μετάβαση στο περιεχόμενο

αιγοπροβάτων

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

αιγοπροβάτων ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό