αιγωλιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αιγωλιός οι αιγωλιοί
      γενική του αιγωλιού των αιγωλιών
    αιτιατική τον αιγωλιό τους αιγωλιούς
     κλητική αιγωλιέ αιγωλιοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιγωλιός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιγωλιός

  1. (ορνιθολογία) είδος κουκουβάγιας (αιγιωλιός ο πένθιμος)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]