αιδεσιμότατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιδεσιμότατος αιδεσιμότατοι
γενική αιδεσιμοτάτου
& αιδεσιμότατου
αιδεσιμοτάτων
& αιδεσιμότατων
αιτιατική αιδεσιμότατο αιδεσιμοτάτους
& αιδεσιμότατους
κλητική αιδεσιμότατε αιδεσιμότατοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιδεσιμότατος < υπερθετικός βαθμός του αιδέσιμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιδεσιμότατος αρσενικό, (καθαρεύουσα) αιδεσιμώτατος

  1. (θρησκεία): τίτλος προσαγόρευσης για χριστιανό έγγαμο ιερέα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]