αιδοιολειχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιδοιολειχία αιδοιολειχίες
γενική αιδοιολειχίας αιδοιολειχιών
αιτιατική αιδοιολειχία αιδοιολειχίες
κλητική αιδοιολειχία αιδοιολειχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιδοιολειχία < αιδοιολείκτης < αιδοι- (< αιδοίο) + αρχαία ελληνική λείχω (: γλείφω) + -ία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ði.ɔ.li.ˈç.α/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιδοιολειχία θηλυκό και αιδοιολειξία

  • η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του αιδοίου με το στόμα, ιδίως με τα χείλη και τη γλώσσα, με σκοπό τη διέγερση και την πρόκληση ερωτικής ηδονής, ο στοματικός έρωτας με σκοπό την ηδονή της γυναίκας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]