αιθέριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιθέριος < νεότερη ελληνική "αιθέρας" < αρχαία ελληνικά "αιθήρ" (-έρος) = τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας

Επίθετο[επεξεργασία]

αιθέριος

  1. που βρίσκεται ψηλά, που αναφέρεται στους αιθέρες
  2. (μεταφορικά) αγγελικός, αέρινος, όμορφος
    αιθέρια ύπαρξη
  3. πτητικός, εξατμιζόμενος

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]