αιθριάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιθριάζω < αρχαία ελληνική αἰθριάζω < αἴθριος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αιθριάζω

  1. είμαι ή γίνομαι αίθριος
  2. (μεταφορικά) ησυχάζω, γαληνεύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • συνήθως στο γ' ενικό

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]